Ο Λεοπόλδο Λούκε βρίσκεται στο στόχαστρο των αρχών της Αργεντινής γύρω από την υπόθεση του Ντιέγκο Μαραντόνα, με τις κατηγορίες για εγκληματική αμέλεια.

Επείγουσα προκαταρκτική έρευνα κατά του Λεοπόλδο Λούκε διεξάγουν οι αρχές του Μπουένος Αϊρες, προσπαθώντας να στοιχειοθετήσουν αν τυχόν υπάρχει εγκληματική αμέλεια του 39χρονου νευροχειρουργού, ο οποίος ήταν ο προσωπικός γιατρός του Ντιέγκο Μαραντόνα και αυτός που τον χειρούργησε για την αφαίρεση αιματώματος από το κεφάλι του πριν από μερικές εβδομάδες.

Αστυνομικές αρχές έκαναν έρευνα τόσο στο ιατρείο, όσο και στο σπίτι του γιατρού, ο οποίος ανακρίθηκε από τις αρμόδιες αρχές, αναφορικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατο του πίμπε ντ’ όρο.

Προς το παρόν δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, ωστόσο η έρευνα αναμένεται να συνεχιστεί ώστε να χυθεί άπλετο φως στις συνθήκες θανάτου του Μαραντόνα.

Μερικές ώρες νωρίτερα, ο Λεοπόλδο Λούκε έδωσε συνέντευξη τύπου από το σπίτι του στο Αντρογκέ, στην οποία αναφέρθηκε σε πολλά θέματα που αφορούσαν την σχέση του με τον Ντιέγκο.

Ο 39χρονος νευροχειρουργός απάντησε σε ερωτήσεις για:

Τα αίτια θανάτου του Μαραντόνα: «Δεν υπάρχει κάποιο ιατρικό λάθος. Δεν βρίσκω κάτι λάθος ή κάτι που να δείχνει ενοχή. Ότι μπορούσαμε να κάνουμε, κι ακόμα περισσότερα, τα κάναμε. Δεν έχω να κατηγορήσω για τίποτα τον εαυτό μου. Αγαπούσα τον Ντιέγκο. Ότι έκανα ήταν για αυτόν. Έκανε ότι καλύτερο. Με χρειαζόταν γιατί ήμουν ο μόνος που δεν τον είχε αφήσει. Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για όλο αυτό. Είμαι περήφανος για αυτά που έκανα για τον Ντιέγκο και την οικογένεια του. Είδα τις κόρες του, τα αδέρφια του με λατρεύουν».

Την μέρα που ο Ντιέγκο τον έδιωξε από το σπίτι του: «Την Πέμπτη με πέταξε έξω από το σπίτι του, με προσέβαλλε. Όταν ο Ντιέγκο αρρώστησε τους πέταξε όλους έξω. Δεν ήθελε καν να δει τις κόρες του. Με πέταξε έξω. Πήγα πιο εκεί, αλλά δεν έφυγα. Χρειαζόταν βοήθεια. Του είπα: Αν θες να φύγω σήκω πρώτα από το κρεβάτι. Εγώ τον ανάγκασα να σηκωθεί».

Για την επέμβαση που έκανε: «Ο θάνατός του δεν έχει καμία σχέση με την επέμβαση για την αφαίρεση του αιματώματος. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει κάποιο ιατρικό λάθος. Δυστυχώς μία καρδιακή προσβολή μπορεί να συμβεί σε έναν ασθενή όπως αυτός, είναι το πιο συνηθισμένο πράγμα να φύγει κάποιος από καρδιά, με ένα τέτοιο ιατρικό ιστορικό».

Για τα συναισθήματά του Ντιέγκο: «Ο Ντιέγκο τα κρατούσε όλα μέσα του μέχρι το τέλος. Ένιωθα ότι τελικά είχε εγκαταλείψει την μάχη. Τον είδα λυπημένο και καταθλιπτικό. Τιμωρούσε τον εαυτό του με αυτό τον τρόπο εδώ και πολύ καιρό. Ως φίλος του όμως δεν τον άφηνα. Ο Ντιέγκο ήταν πολύ λυπημένος, του έλειπαν πολύ οι γονείς του. Ήταν πολύ μόνος του, ήθελε να είναι μόνος του. Προσπαθούσα να του κάνω συντροφιά στα πάντα, προσπάθησα τα πάντα, τον πήγα ακόμα και να παίξει ποδόσφαιρο. Τον είδα τόσο μόνο και ήθελα να τον πάρω σπίτι μου. Ο Ντιέγκο δεν ήταν σαν εμάς, ήταν εκτός ελέγχου. Δεν μπορούσες να τον ελέγξεις. Δεν μπορείς να επιβάλλεις οτιδήποτε στον Ντιέγκο. Έπρεπε να αρχίσεις να αναθεωρείς πολλές από τις αρχές σου, μαζί του».

Για το αλκοόλ: «Έπρεπε να πάει σε κέντρο αποτοξίνωσης, αλλά δεν ήθελε. Έπρεπε να κοντρολάρουμε την κατανάλωση αλκόολ και χαπιών και κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε. Ο Ντιέγκο έκανε όμως αυτό που ήθελε, δεν μπορούσαμε να τον ελέγξουμε. Δεν ήθελα να πίνει αλκόολ, το κατανάλωνε με δική του ευθύνη. Τίποτα δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την θέληση του Ντιέγκο. Η θέληση του να το κόψει ήταν ανύπαρκτη. Δεν μου άρεσε όπως τον είχα δει μετά το τελευταίο παιχνίδι της Χιμνάσια».

Για την σχέση του με τον Ντιέγκο: «Αν είμαι υπεύθυνος για κάτι είναι για την αγάπη και την φροντίδα μου σε αυτόν. Έκανα το αδύνατο που ήταν να βελτιώσω την ποιότητα ζωής του ως την τελευταία ημέρα. Δεν ήμουν ένας fan του Μαραντόνα, ήμουν ένας fan του Ντιέγκο, ήταν ο αγαπημένος μου ασθενής, ένας πατέρας για μένα».

Για την εισβολή στο σπίτι του: «Εξεπλάγην. Όταν ο Ντιέγκο πέθανε, ο εισαγγελέας ήταν ήδη στο σπίτι μου. Είμαι στην διάθεση της δικαιοσύνης. Δεν καταλαβαίνω το νομικό κομμάτι της υπόθεσης».

Για την στάση του Τύπου: «Ελπίζω ότι από εδώ και στο εξής, θα σκεφτούν διαφορετικά, διότι νομίζω ότι προσεγγίζουν λάθος την υπόθεση. Ξέρω ότι υπάρχουν δημοσιογράφοι που διψάνε για αίμα, αλλά εμπιστεύομαι αυτούς που ψάχνουν την αλήθεια».

Για το πόσο υπέφερε ο Ντιέγκο: «Ο Ντιέγκο μου είπε πρόσφατα. «Πόσο θα το τραβήξεις ακόμα Λούκε; Εγώ δεν θέλω άλλο». Δεν μπορώ να πιέσω έναν ασθενή να με δεχθεί αν δεν το θέλει. Ο Ντιέγκο δεν ήταν εύκολος. Με πέταξε έξω πολλές φορές και μετά με έπαιρνε τηλέφωνο να γυρίσω πίσω. Έκανα υποδείξεις, που δεν τις δεχόταν. Τον συντρόφευα παντού. Αν δεν ήταν στο πλευρό μου, ο Ντιέγκο δεν έκανε το παραμικρό».