Ο Αντόνιο Ρούντιγκερ είπε ότι κάποτε του φαινόταν άπιαστο όνειρο η μετακίνησή του στη Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ αποκάλυψε ότι ενδιαφέρον για την απόκτησή του είχε δείξει και η Μπαρτσελόνα.

Ο διεθνής Γερμανός αμυντικός μετακόμισε το περασμένο καλοκαίρι στη Μαδρίτη μετά από πέντε χρόνια παρουσίας στην Τσέλσι.

Μιλώντας στην ισπανική εφημερίδα AS ο Ρούντιγκερ έκανε μια αναδρομή στην καριέρα του και στάθηκε ιδιαίτερα στο όνειρό του, ποτ δεν πίστευε ότι θα πραγματοποιηθεί, να φορέσει τη φανέλα της «βασίλισσας».

«Για να είμαι ειλικρινής, το μεγάλο όνειρο της ζωής μου ήταν πάντα να παίξω στην Πρέμιερ Λιγκ. Απλώς δεν πίστευα ποτέ ότι η Ρεάλ ήταν κάτι που θα μου συνέβαινε. Δεν το σκέφτηκα. Ήταν καλά στην Τσέλσι. Και όταν τελικά συνειδητοποιείς ότι η Ρεάλ σε θέλει, λες: “Ουάου!”. Ξαφνικά, όταν έρχεσαι, όλα είναι υπέροχα.

Όταν έμαθα για τη Ρεάλ ήμουν στο Λονδίνο με τον αδερφό μου, αυτός μου το είπε. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν είμαι καν σε θέση να εξηγήσω αυτό που ένιωσα. Ακόμα μου προκαλεί ανατριχίλα.

Η Μπαρτσελόνα μού χτύπησε την πόρτα. Αλλά δεν το σκέφτηκα. Όπως είπα και πριν, η Ρεάλ δεν ήταν καν όνειρο για μένα γιατί φαινόταν ανέφικτη. Αν δεις τα ονόματα που έχουν παίξει εδώ: Ζιντάν, Ρονάλντο, Κριστιάνο. Και είχα την ευκαιρία να παίξω με Μόντριτς, Κρόος ή Μπενζεμά. Ήταν δύσκολο να πω όχι» είπε ο 29χρονος ποδοσφαιριστής, ο οποίος αναφέρθηκε και στις δυσκολίες που έχει ζήσει…

«Στο σπίτι ήμασταν έξι αδέρφια και δεν υπήρχαν πολλά χρήματα. Ζούσαμε σε μια πολύ σκληρή περιοχή, όπου υπήρχαν πολλοί πρόσφυγες. Για μένα, όταν ήμουν μικρός, ο τσακωμός στον δρόμο ήταν κάτι φυσιολογικό. Ήταν απλώς φυσιολογικό.

Από εκεί που κατάγομαι, επιβιώνουν μόνο οι πιο δυνατοί. Έτσι είναι. Και αυτός είμαι σήμερα. Το να τα παρατήσω δεν είναι στο DNA μου, δεν είναι στο μυαλό μου. Η μάνα μου με λέει στρατιώτη για αυτό το λόγο. Και σήμερα είμαι ακόμα έτσι, πολύ πεισματάρης. Δεν μου αρέσει να χάνω. Μου είναι δύσκολο να το αποδεχτώ.

Ξεκίνησα να παίζω ποδόσφαιρο στον δρόμο. Μπορείτε να φανταστείτε πώς ήταν εκείνα τα παιχνίδια χωρίς διαιτητή. Πολλά φάουλ, πολλή σκληρότητα. Κανείς δεν ήθελε να χάσει. Μερικές φορές στοιχηματίζαμε: “Αυτός που χάνει πρέπει να πάει εκεί και να αγοράσει κεμπάπ για τον άλλον”. Φανταστείτε τι ένταση υπήρχε. Αλλά ήταν υπέροχο.

Κάπως έτσι, έμαθα να είμαι σκληρός στο γήπεδο. Δεν υπήρχε κανείς εκεί που θα μπορούσε να σε βοηθήσει, ήσουν μόνος, το παιχνίδι ήταν σκληρό και κανείς δεν επρόκειτο να έρθει να σε βοηθήσει».